ΑΡΧΙΚΗ ΣΕΛΙΔΑ
  ΜΗΝΥΜΑ
  ΚΟΙΝΟΤΙΚΟ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ
  ΙΣΤΟΡΙΑ
  ΕΚΚΛΗΣΙΑ
  ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΕΙΣ
  ΑΝΑΚΟΙΝΩΣΕΙΣ
  ΕΡΓΑ
  ΧΡΗΣΙΜΕΣ ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ
  ΕΚΔΗΛΩΣΕΙΣ
  ΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΑ
  ΙΣΤΟΡΙΑ
 
Τα Κονιά βρίσκονται σε απόσταση 3 χλμ., ανατολικά της πόλης της Πάφου, και σε μέσο υψόμετρο 190 μέτρων. Γειτονεύει με τα χωριά Αναβαργός στα Β.Δ, Άρμου στα Β.Α., Μαραθούντα στα Ανατολικά και Γεροσκήπου στα Νότια.

Κατά μια εκδοχή, το χωριό πήρε το όνομα του από τη λέξη «κώννος», που σημαίνει «άργιλος», κάτι όμως που δεν ευσταθεί, γιατί στην περιοχή του χωριού, ελάχιστες είναι οι αργιλώδεις εκτάσεις.

Κατά μια δεύτερη εκδοχή, η ονομασία του προήλθε από τη λέξη «κώνος», γιατί στο χωριό υπάρχουν κωνικοί λόφοι, κάτι που στην ουσία δεν συμβαίνει, γιατί κωνικοί λόφοι βρίσκονται στα ανατολικά, στα βορειοανατολικά, και βόρεια και σε απόσταση δύο (2) και πλέον χλμ. από το χωριό.

Η τρίτη και πιθανότερη εκδοχή, είναι πως η ονομασία του χωριού, προέρχεται από τη λέξη ΚΟΝΥΑ, που έτσι μετονομάσθηκε από τους Τούρκους, η πόλη Ικόνιο της Μικράς Ασίας, στην οποία παλαιότερα κατοικούσαν τέσσερις χιλιάδες Έλληνες. Πιθανότατα οι πρώτοι κάτοικοι της κοινότητας, να ήταν Έλληνες από την Μικρά Ασία.

Σε μια μικρή έκταση, που αρδευόταν από το νερό της μοναδικής κοινοτικής βρύσης, που εξυπηρετούσε σε μεγάλο βαθμό και τις υδρευτικές ανάγκες της κοινότητας, καλλιεργούνταν μουριές, με τα φύλλα των οποίων εκτρέφονταν μεταξοσκώληκες, για παραγωγή μεταξιού, ειδικά στα χρόνια του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου, και λίγο αργότερα που λειτουργούσε εργοστάσιο μεταξιού στη Γεροσκήπου.




Άλλα δέντρα, που είχαν τότε κάποια σημασία για την οικονομία των κατοίκων, ήσαν οι τρεμιθιές, από τον καρπό των οποίων, εξαγόταν λάδι, μα και που αποξηραμένος, αποτελούσε είδος διατροφής. Επίσης από χαρακιές, που προκαλούνταν από κτυπήματα τσεκουριού, στον κορμό μεγάλων σε ηλικία δέντρων του είδους, συλλεγόταν η ρητίνη που στη λαϊκή γλώσσα ονομαζόταν «τρεμιντίνα», η οποία ύστερα από φιλεράρισμα, απαλλαγμένη από ξένες ουσίες, διετίθετο στους εμπόρους, που ύστερα από ειδική κατεργασία, παρασκεύαζαν τη γνωστή σε όλους «Πίσσα Παφίτικη».

Στις αρχές του περασμένου αιώνα, υπήρχαν στο χωριό μερικά ξύλινα αλακάτια, τα οποία σταδιακά αντικαταστάθηκαν από μεταλλικά, που ήσαν και ανθεκτικότερα, αλλά και αποδοτικότερα, με τα οποία αντλούσαν νερό για άρδευση κάποιων περβολιών εκείνων των χρόνων, από τα μαγγανοπήγαδα.

Κύριο χαρακτηριστικό των ξύλινων αλακατιών, ήταν το χοντρό και πλατύ σχοινί, μπλεγμένο από λεπτές και λυγερές βέργες μυρτιάς (μερσινιάς), στο οποίο προσδένονταν στενόμακροι κάδοι από κεραμίδι, με τους οποίους αντλούσαν το νερό από τα μαγγανοπήγαδα.

Στα μεταλλικά αλακάτια, οι κάδοι ήταν φτιαγμένοι από τσίγκο, και ήταν πιο ευρύχωροι. Αυτοί ήταν στερεωμένοι σε είδος μεταλλικής καδένας. Και τα δύο είδη των αλακατιών, λειτουργούσαν με τη βοήθεια γαϊδουριού, που έδινε κύκλους γύρω από το μαγγανοπήγαδο, μέχρι που ν’ αντληθεί η αναγκαία για άρδευση ποσότητα νερού, που αποθηκευόταν σε λίμνη δίπλα από το πηγάδι.





Εκτός από τα μαγγανοπήγαδα, υπήρχαν και πηγάδια με στόμιο μικρότερης επιφάνειας, από τα οποία αντλούσαν νερό με χειροκίνητο, μικρό αλακάτι, εφοδιασμένο με συνηθισμένο σχοινί, φτιαγμένο, κυρίως από ίνες κανναβιού, στην άκρη του
οποίου, ήταν δεμένος κάδος από λαμαρίνα.

Σήμερα, δεν σώζεται κανένα δείγμα από τους πιο πάνω τύπους αλακατιών.

Μέχρι τη δεκαετία του 1940, υπήρχαν, εκτός από την Κοινοτική Βρύση, φυσικές πηγές με πετρόκτιστη λίμνη στις πιο κάτω τοποθεσίες:

Στις «χώνες» και στο «Καμαρούδι» Ν.Δ., στα «Βασιλικά» Δ., στο
«Λούκκο», «Άγιο Αβάτζιερο» και «Κεφαλόβρυσο» Ν.Α., στους «Μαρμαράδες» Ν., στα «Λακκούδια» Α., και στους «Καλογήρους» Β.Α.

Απ’ όλες αυτές τις πηγές, σώζεται μόνο η πηγή στα «Βασιλικά», ένα περίπου χλμ. από το χωριό.

Στον περίγυρο της πηγής, υπήρχαν, ως πριν μερικά χρόνια, θάμνοι «σουμακίου», κοινώς «ρουδιού», που σε ορεινά δασώδη μέρη είναι αυτοφυείς, και τα φύλλα τους έχουν αντισηπτικές ιδιότητες, γι’ αυτό και χρησιμοποιούνται στην κατεργασία των δερμάτων (βυρσοδεψία). Η λίμνη στην οποία το νερό της πηγής αποθηκευόταν, για να χρησιμοποιηθεί στη συνέχεια για άρδευση, ήταν γνωστή με την ονομασία «Tabakhane» (προφ. ταπάκ - χανέ), που στα ελληνικά σημαίνει «βυρσοδεψείο», κάτι που δηλώνει πως στο νερό της λίμνης, έριχναν φύλλα ή κλαδιά από τους γύρω θάμνους, για να εμποδίσουν τη σήψη δερμάτων που προορίζονταν για το εμπόριο.

Τα Κονιά γνώρισαν συνεχή πληθυσμιακή αύξηση από το 1881 μέχρι το 1946. Το 1881 οι κάτοικοι του χωριού ανέρχονταν στους 198, αυξήθηκαν στους 227 το 1891, στους 250 το 1901, στους 296 το 1911, στους 312 το 1921, στους 370 το 1931, και στους 413 το 1946. Το 1960 οι κάτοικοι μειώθηκαν στους 394 και το 1973 στους 366, αλλά αυξήθηκαν στους 369 το 1976 και στους 416 το 1982. Σήμερα οι κάτοικοι του χωριού ανέρχονται στους 1100 περίπου.
Ο πληθυσμός όμως, της κοινότητας αυξάνεται με γοργό ρυθμό, λόγω της επέκτασης των οικιστικών ζωνών. Οι λόγοι που συνέτειναν στην προσέλκυση πολλών νέων κατοίκων, είναι βασικά τρεις (3):

Α) Η μικρή απόσταση από την πόλη.
Β) Η στερεότητα του εδάφους.
Γ) Το κλίμα

Επειδή η γεωργική παραγωγή δεν εξασφάλιζε τους αναγκαίους πόρους για να συντηρηθεί μια οικογένεια, οι άρρενες κάτοικοι, ασκούσαν και δεύτερο επάγγελμα. Αρκετοί ήσαν ξυλουργοί, ραφτάδες, οικοδόμοι, υποδηματοποιοί, αγωγιάτες (κιρατζήδες) λατόμοι (πετροκόποι) και άλλοι εργάτες στην κατασκευή δρόμων. Αρκετοί εξασφάλιζαν εργασία στα μεταλλεία, κυρίως της Σκουριώτισσας, του Μαυροβουνίου και της Λίμνης.



Κατά τη διάρκεια του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου, λειτουργούσε στο χωριό μεταλλείο «μαγγανίου», ορυκτό που χρησιμοποιείται στην κατεργασία του σιδήρου για παρασκευή χάλυβα (ατσαλιού). Στο τοπικό αυτό μεταλλείο, βρήκανε απασχόληση αρκετοί κάτοικοι της κοινότητας.

Εποχιακά, κάποιοι μεταβαίνανε σε χαρουποχώρια, όπου βοηθούσαν στη συλλογή των χαρουπιών. Τέτοια ήσαν τα Κούκλια, το Πισσούρι, η Αυδήμου, και η Αλέκτορα.

Οι γυναίκες ασχολούνταν, λίγες με τη ραπτική, και περισσότερες με την υφαντική. Στους αργαλειούς, παλιότερα, υφαίνανε, εκτός από χαλιά (πεφκούδια), βαμβακερά και μεταξωτά υφάσματα. Ως πρόσφατα, μόνο δύο-τρεις συνέχιζαν να ασκούν το επάγγελμα.

Οι πιο πολλές όμως, ήσαν εργάτριες, που εξασφάλιζαν εργασία σε αμπελοκαλλιέργειες, είτε την εποχή του κλαδέματος, είτε την εποχή του τρύγου, καθώς και σε φυτείες εσπεριδοειδών στην Πάφο, αλλά και στη Λεμεσό. Κατά τους καλοκαιρινούς μήνες, ασχολούνταν με την εκρίζωση κρεμμυδιών, στα τσιφλίκια των Κουκλιών και της Αχέλειας, όπως και στους κάμπους των Μαντριών, της Κολώνης, και της Γεροσκήπου.



Όταν, επίσης, λειτουργούσε το εργοστάσιο μεταξιού στη Γεροσκήπου, κάποιες είχαν την ευκαιρία να εξασφαλίσουν εκεί εργασία.

Τοπωνύμια
Τα κυριότερα τοπωνύμια του χωριού είναι τα ακόλουθα:
Τα «Λακκούδια», τα «Καψάλια», οι «Λαονίτες», ο «Τρυπητόσπηλιος», τα «Αθασερά», τα «Βασιλικά», το «Καμαρούδι», τα «Λαονάρκα», οι «Χώνες», η «Περνερή», το «Σκαλί», οι «Λεμούδες», τα «Λουρκά», οι «Καλογήροι», οι «Λαξιές», οι «Μερσίνες», τα «Πετρολάονα», ο «Λούκκος», οι «Βουκολόμαντρες», οι «Αμπάδες», το «Κεφαλόβρυσο», το «Μίτσι», η «Τρυπητή», οι «Μαρμαδάες», τα «Αρκακούδια», οι «Σταυροί», τα «Κοκκινόγια», ο «Παλλουρσιέλλαρος» και ο «Άγιος Αβάτζιερος».

Παιδεία
Ο Ιερώνυμος Κ. Περιστιάνης, στο βιβλίο του που φέρει τον τίτλο «Ιστορία των Ελληνικών Γραμμάτων» (από της Τουρκικής Κατακτήσεως (1571) μέχρι της Αγγλικής κατοχής (1878), έκδοσης 1930, αναφέρει πως πριν την Αγγλική κατοχή, λειτουργούσε στα Κονιά ιδιωτικό σχολείο «Κοινών Γραμμάτων», στο οποίο δίδαξε από το 1868-1872, ο εκ Μαραθάσας καταγόμενος Παπα-Αλέξης. Σ’ αυτό οι μαθητές, διδάσκονταν Ανάγνωση, έχοντας για βοηθήματα εκκλησιαστικά βιβλία, καθώς και λίγη Αριθμητική και Γραφή. Από το 1872-1874 δίδαξε στο ιδιωτικό σχολείο, κάποιος Κυριάκος Διάκος από την Τάλα.

Για δίδακτρα ο κάθε μαθητής πλήρωνε πέντε (5) γρόσια τη βδομάδα, και κάθε Σάββατο έδινε επιπρόσθετα προς το χρηματικό ποσό, κι ένα ψωμί στο δάσκαλο.

Μετά την κατοχή της Κύπρου από τους Άγγλους, άρχισαν να λειτουργούν στο νησί κρατικά δημοτικά σχολεία. Λόγω όμως της ανεπάρκειας διδακτικού προσωπικού, που να καλύπτει το σύνολο των αναγκών των δημοτικών σχολείων, σε πολλές περιπτώσεις τα σχολείο δύο γειτονικών κοινοτήτων, λειτουργούσαν εκ περιτροπής. Έτσι γινόταν και με τις κοινότητες Κονιών και Αναβαργού.

Τη μια δηλ. σχολική χρονιά, λειτουργούσε το σχολείο των Κονιών, στο οποίο φοιτούσαν εκτός των μαθητών της κοινότητας και τα παιδιά του Αναβαργού, ενώ την επόμενη χρονιά γινόταν το αντίθετο.

Στην περίπτωση όμως των Κονιών και του Αναβαργού, η μετάβαση των παιδιών στο σχολείο από τη μια στην άλλη κοινότητα, ήταν προβληματική, ιδίως κατά τους χειμερινούς μήνες, που ένεκα των βροχών τα δύο μικρά ποτάμια που τα παιδιά ήταν υποχρεωμένα να διαβούν, είχαν αρκετό νερό και τα παιδιά των μεγάλων τάξεων υποχρεώνονταν να πάρουν στους ώμους τα μικρότερα, βοηθώντας τα να περάσουν στην αντίπερα όχθη.

Σε φωτογραφία του 1916, που στα Κονιά υπηρετούσε ο Νικόλας Παράσχος, τα αγόρια των μικρών τάξεων απεικονίζονται με φουστανάκια και κάθονται χάμω «σταυροπόδι» και γυμνόποδα, ενώ τα παιδιά των μεγάλων τάξεων φορούν βράκες.

Σύμφωνα με εφημερίδα της εποχής, το 1932 τα Κονιά διαθέτανε ποδοσφαιρική ομάδα με την ονομασία «Άρης», που πήρε μέρος στους πρώτους παμπάφιους ποδοσφαιρικούς αγώνες, αντιμετωπίζοντας στις 8 του Μάη 1932 την ομάδα του Γυμνασίου.

Κοινοτάρχες από το 1870 (κατά χρονολογική σειρά)

1. Μιχάλης Τσίντης
2. Μιχάλης Καφετζής
3. Κυριάκος Πέτρου
4. Σοφόκλης Τσίντης
5. Αριστοτέλης Καψοσιδέρης
6. Νίκανδρος Κονιώτης
7. Βαγγέλης Ιορδάνου
8. Νικόλας Στυλιανού
9. Λέαντρος Κωνσταντίνου
10. Κυριάκος Κυριάκου